Ήταν μια μέρα και είχε βγει να πληρώσει κάποιους λογαριασμούς . Τα μαγαζιά όλα είχαν βάλει τα γιορτινά τους μιας και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Οι βιτρίνες στολισμένες με δέντρα και λαμπιόνια. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν με τα ψώνια του... Πήγε και πλήρωσε τις υποχρεώσεις της και της έμειναν μόνο είκοσι ευρώ για να ψωνίσει και αυτή κάτι. Δεν πειράζει σκέφτηκε κάτι θα βρω... Ξαφνικά σε μια βιτρίνα είδε κάτι πολύ όμορφα παπούτσια, η αλήθεια είναι πως είχε ανάγκη ένα ζευγάρι μποτάκια, και ήταν αρκετά οικονομικά. τα είκοσι ευρώ της έφταναν να τα πάρει. Αλλά προχωρώντας για να μπει στο μαγαζί βλέπει στην πόρτα ένα ζητιάνο πεινασμένο και κουρελιασμένο. Τον πλησίασε και τον ρώτησε που μένει. Αυτός της απάντησε ότι ήταν άστεγος και με ότι του άφηναν οι περαστικοί μπορούσε και επιβίωνε.
Του άφησε τα είκοσι ευρώ και έφυγε. Καθώς έφευγε γύρισε το κεφάλι της και είδε τον ζητιάνο να αγοράζει μια φρατζόλα ψωμί και ένα μπουκάλι γάλα. Καθώς τον είδε να την κοιτάζει της φώναξε. Ο Θεός να σου δίνει όλα τα καλά και τα μάτια του πλημμύρισαν από αγάπη και ευγνωμοσύνη. Τότε κατάλαβε ότι είχε αγοράσει το καλύτερο δώρο. Είχε κάνει την καλύτερη αγορά.
<<Γιατί το μεγαλύτερο δώρο είναι η Αγάπη>>
Τα μποτάκια που δεν αγόρασε δε θα της λείψουν... Ο τρόπος όμως που αυτός ο ζητιάνος την κοίταξε θα της μείνει για πάντα χαραγμένος στο μυαλό και την καρδιά της.
Καλά Χριστούγεννα.

