Μέσα σ' ἕναν κόσμο πληγωμένο ποὺ ὁ ἄνθρωπος πορεύεται μὲ φορτίο τὴν καρδιά του, τή φορτωμένη μέ βιώματα καί ἀναμνήσεις ἡ μοναξιὰ δὲν εἶναι μόνο ἕνα συναίσθημα.
Εἶναι ἕνα σκοτάδι, ἕνας πόνος ἀδιόρατος, ποὺ διατρέχει τὰ σπλάγχνα μας.
Δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἀπουσία φίλων-γνωστῶν καί συγγενῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀδυναμία νὰ μποῦμε στή θέση τοῦ ἄλλου. Καὶ στὴ ρίζα αὐτῆς τῆς μοναξιᾶς, συχνὰ ξεχνοῦμε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ.
Ὅλοι μιλάμε, ὅλοι ζητᾶμε, ἀλλὰ λίγοι ἀκοῦμε τόν ἄλλον μέ τήν ψυχή μας.
Κοιτάζουμε τοὺς ἄλλους, μα δὲν τοὺς βλέπουμε.
Δὲν βλέπουμε τὸ φορτίο τους, δὲν βλέπουμε τὶς πληγὲς ποὺ κουβαλοῦν, τόν κόπο καί τόν ἀγώνα τους, τὰ δάκρυα ποὺ στεγνώνουν στὴ σιωπή τους.
Τὸν ἀδελφό μας, ποὺ πλάστηκε κατ' εἰκόνα Θεοῦ, τὸν κάνουμε ξένο.
Καὶ τὸν Θεὸ μέσα του δὲν Τὸν βλέπουμε, γιατί στὴν ἄγνοιά μας καὶ τὴν τύφλωσή μας, χάσαμε τὴν ἱκανότητα νὰ νιώθουμε.
Ὁ ἄνθρωπος πονάει, γιατί ὁ κόσμος δὲν τὸν καταλαβαίνει.
Μα ὁ Θεὸς, ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος, πάντα καταλαβαίνει.
Εἶναι ἐκεῖ, στὴ σιωπή ποὺ πολλοὶ φοβοῦνται.
Εἶναι στὴ μοναξιὰ τῆς προσευχῆς, ὅταν γονατίζουμε μὲ καρδιὰ βαριὰ καὶ ἀδειάζουμε μπροστά του τὸν πόνο μας.
Ὁ Θεὸς δὲν χρειάζεται ἐξηγήσεις· γνωρίζει.
Καταλαβαίνει τὴ γλώσσα τοῦ ἀνείπωτου καὶ τῶν δακρύων, ἐκεῖ ποὺ ὁ κόσμος μένει σιωπηλὸς ἢ ἀδιάφορος.
Μὰ στὸ σχέδιό του, δὲν προορίζει νὰ πορευόμαστε μόνοι.
Μᾶς ἔδωσε τὸν πλησίον, τὸν ἄνθρωπο ποὺ στέκεται δίπλα μας. Μᾶς ἔδωσε τὴν ἀποστολὴ νὰ κατανοοῦμε, νὰ σηκώνουμε ὁ ἕνας τὸν πόνο τοῦ ἄλλου, νὰ γίνουμε ὅργανα τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης Του.
Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν εἶναι λέξη.
Εἶναι πρᾶξη, εἶναι θυσία.
Ἐκεῖ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε, ἡ ἀγάπη γεφυρώνει τὴν ἄβυσσο.
Δὲν χρειάζεται πάντα νὰ μιλᾶμε, δὲν χρειάζεται πάντα νὰ διορθώνουμε.
Ἡ παρουσία μας, τὸ βλέμμα μας, ἕνα χάδι ἢ ἡ σιωπὴ μας, μποροῦν νὰ γίνουν ἀπάντηση στὴ μοναξιὰ τοῦ ἄλλου.
Ὅταν ἀγαπᾶμε, ὅταν πορευόμαστε μὲ τὴν καρδιά ἀνοιχτὴ στὸν Θεό, βλέπουμε στὸν ἄλλο ὄχι μόνο σάν ἕναν συνάνθρωπο, ἀλλὰ σάν ἕναν ἀδελφό. Ἔτσι μόνο ἀνοίγουμε τὴν πόρτα γιὰ νὰ μπεῖ τὸ φῶς τῆς ἀγάπης. Ἡ μοναξιὰ διαλύεται, γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν γνωρίζει ἀποστάσεις· δὲν χτίζει τοίχους.
Ὅταν δὲν καταλαβαίνουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ζοῦμε ὡς νεκροὶ μέσα σὲ ζωντανὰ σώματα.
Χάνουμε τὴν εὐκαιρία νὰ γίνουμε φῶς, νὰ γίνουμε χέρι ποὺ σηκώνει.
Δὲν φτιάχτηκε ὁ κόσμος γιὰ νὰ πορευόμαστε μόνοι.
Φτιάχτηκε γιὰ νὰ ἀνακαλύπτουμε τὸν Θεὸ μέσα στὸ βλέμμα τοῦ ἄλλου, μέσα στὸ χαμόγελο, μέσα στὴν κοινὴ πορεία πρὸς τήν αἰωνιότητα.
Ἄς ἀνοίξουμε τὶς καρδιὲς μας.
Ἄς μιλήσουμε λιγότερο καὶ ἄς ἀγαπήσουμε περισσότερο.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνει ἡ δική μας κατανόηση, ἀρχίζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τότε, ἡ μοναξιὰ διαλύεται, καὶ στὴ θέση της μένει μόνο ἡ ἀνθρωπιά.
Γερόντισσα Σωφρονία
