Εὐαγγέλιον
14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16
οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ
καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19
ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως
τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’
ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Βιογραφία
Οι Άγιοι Έσπερος, Ζωή και τα τέκνα τους Κυριάκος και Θεόδουλος έζησαν το
2ο μ.Χ. αιώνα στο χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 - 138 μ.Χ.). Η
καταγωγή του ήταν από την Παμφυλία και ανήκαν ως δούλοι στο Ρωμαίο
Κάταλλο και τη γυναίκα του Πετραδία, ο οποίος απαγόρευε στη χριστιανική
οικογένεια να προσεύχεται και να υμνεί το δημιουργό Θεό της. Άλλες φορές
πάλι τους διέταζαν να πραγματοποιήσουν έργα που αντίκειταν στο πνεύμα
του Ευαγγελίου.
Στο Συναξάρι τους αναφέρεται ότι η Αγία Ζωή
πήγαινε το βράδυ στον φρουρό που φύλαγε το ανάκτορο των αρχόντων και του
έλεγε να πάει να κοιμηθεί, γιατί ήταν κουρασμένος και τον αναπλήρωνε
στα καθήκοντά του. Έξω όμως από τις πύλες του αρχοντικού ήταν σκυλιά τα
οποία κατασπάρασσαν όποιον φτωχό πήγαινε να ζητήσει βοήθεια και ευποιία.
Η Αγία Ζωή έπαιρνε ψωμί που της έδιναν για την καθημερινή συντήρηση της
οικογένειάς της, έριχνε λίγο στα σκυλιά για να σωπάσουν, και το
υπόλοιπο το μοίραζε στους φτωχούς, λέγοντάς τους: «Να γίνετε Χριστιανοί,
Χριστού δούλοι, διότι μόνο Εκείνος είναι ο Σωτήρας του κόσμου».
Όταν
δε, το 125 μ.Χ., ο Κάταλλος απέκτησε γιο, θέλησε να εορτάσουν το
γεγονός όλοι οι δούλοι του. Διέταξε λοιπόν σε κοινό τραπέζι να γευθούν
όλοι άφθονα ειδολόθυτα και κρασί. Ο Έσπερος και η οικογένεια του
περιορίστηκαν σε ξηροφαγία. Ο Ρωμαίος κύριος τους πρόσεξε τη στάση τους
και τους διέταξε να φάνε δια της βίας. Όμως όλα τα μέλη της οικογένειας
αρνήθηκαν και δήλωσαν ότι λυπούνται που αυτή τη φορά δεν θα υπακούσουν
τον κύριο τους.
Έξαλλος από την οργή ο Κάταλλος διέταξε να
ανάψουν ένα μεγάλο κλίβανο και αφού τον πύρωσε καλά έριξε μέσα τούς
τέσσερις μάρτυρες. Όταν όμως το πρωί άνοιξαν τον κλίβανο βρήκαν μεν
νεκρούς και τους τέσσερις μάρτυρες αλλά χωρίς τα λείψανά τους να έχουν
καεί. Ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου τους χάρισε την αφθαρσία και
την ουράνια δόξα.
Ναό στην Μάρτυρα Ζωή ανήγειρε ο αυτοκράτορας
Ιουστινιανός (527 - 565 μ.Χ.), κοντά στο ναό της Αγίας Άννας στο
Δεύτερον της Κωνσταντινουπόλεως. Ο βασιλέας Βασίλειος Α' (867 - 886
μ.Χ.) τον ανοικοδόμησε εκ βάθρων, διότι είχε πέσει.
«Άγιοι του Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών.»
