Ευαγγέλιον
45
Καὶ εὐθέως ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ
προάγειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βηθσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ὄχλον· 46 καὶ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι. 47 καὶ ὀψίας γενομένης ἦν τὸ πλοῖον ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης, καὶ αὐτὸς μόνος ἐπὶ τῆς γῆς. 48
καὶ ἰδὼν αὐτοὺς βασανιζομένους ἐν τῷ ἐλαύνειν· ἦν γὰρ ὁ ἄνεμος ἐναντίος
αὐτοῖς· καὶ περὶ τετάρτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς
περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ ἤθελε παρελθεῖν αὐτούς. 49 οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἔδοξαν φάντασμα εἶναι, καὶ ἀνέκραξαν· 50 πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον καὶ ἐταράχθησαν· καὶ εὐθέως ἐλάλησε μετ’ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε. 51 καὶ ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον πρὸς αὐτοὺς, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον. 52 οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀλλ’ ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη. 53 Καὶ διαπεράσαντες ἀπῆλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννησαρὲτ καὶ προσωρμίσθησαν.
Ἀπολυτίκιον
Τὴν ἀκαθαίρετον, Τριάδος δύναμιν, ἀνθηφορήσαντες, Μάρτυρες ἔνδοξοι, ἐναπετέματε στερρῶς, τὴν ἄκανθαν τῆς ἀπάτης, Τρόφιμε μακάριε, Ἐκκλησίας ἐντρύφημα, Σαββάτιε πάνσοφε, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπισμα, καὶ δόξα εὐσεβῶν Δορυμέδων ὅθεν ὑμᾶς ἀνευφημοῦμεν.
Βιογραφία
Και οι τρεις, μαρτύρησαν επί βασιλέως Πρόβου και διοικητού Αντιοχείας Ηλιοδώρου (278 μ.Χ.). Όταν λοιπόν ο Τρόφιμος με το Σαββάτιο βρέθηκαν στην Αντιόχεια και είδαν τα πολυποίκιλα αμαρτωλά όργια που γίνονταν προς τιμήν του Απόλλωνα, δε συγκρατήθηκαν και αποδοκίμασαν δημόσια την αμαρτωλή αυτή παραφροσύνη. Βέβαια, γρήγορα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Θαρραλέα δήλωσαν πως είναι χριστιανοί. Τότε ο ηγεμόνας Ηλιόδωρος διέταξε και τους μαστίγωσαν ανελέητα. Τόσο, που οι σάρκες τους κόβονταν κομμάτια. Εκεί ο Σαββάτιος άφησε την τελευταία του πνοή. Ο δε Τρόφιμος οδηγήθηκε σε άλλο σκληρότερο ηγεμόνα, το Διονύσιο Περώννιο. Αυτός, αφού τον έγδαρε με σιδερένια νύχια, μισοπεθαμένο τον έριξε στη φυλακή. Εκεί τον επισκέφθηκε κάποιος, βουλευτής, ο Δορυμέδων, που είδε το μαρτύριό του και στερεώθηκε στην πίστη του Χριστού. Όταν το έμαθε αυτό ο ηγεμόνας, βασάνισε σκληρά το Δορυμέδοντα. Έπειτα, έριξε και τους δύο τροφή στα θηρία, μέσα στο αμφιθέατρο. Αλλά η πεινασμένη αρκούδα και η αιμοβόρα λεοπάρδαλη στάθηκαν στα πόδια τους σαν ήμερα αρνιά. Το ίδιο και το αγριεμένο λιοντάρι που ελευθέρωσαν αργότερα. Όταν λοιπόν είδαν ότι δεν τους άγγιξαν τα θηρία, αμέσως οι δήμιοι τους αποκεφάλισαν.
Τις πρεσβείες τους να έχουμε.
