Ευαγγέλιον
44
Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θησαυρῷ κεκρυμμένῳ ἐν τῷ ἀγρῷ,
ὃν εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψε, καὶ ἀπὸ τῆς χαρᾶς αὐτοῦ ὑπάγει καὶ πάντα ὅσα
ἔχει πωλεῖ καὶ ἀγοράζει τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον. 45 Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐμπόρῳ ζητοῦντι καλοὺς μαργαρίτας· 46 ὃς εὑρὼν ἕνα πολύτιμον μαργαρίτην ἀπελθὼν πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἠγόρασεν αὐτόν. 47 Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν σαγήνῃ βληθείσῃ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐκ παντὸς γένους συναγαγούσῃ· 48 ἣν, ὅτε ἐπληρώθη, ἀναβιβάσαντες αὐτὴν ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν καὶ καθίσαντες συνέλεξαν τὰ καλὰ εἰς ἀγγεῖα, τὰ δὲ σαπρὰ ἔξω ἔβαλον. 49 οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος. ἐξελεύσονται οἱ ἄγγελοι καὶ ἀφοριοῦσι τοὺς πονηροὺς ἐκ μέσου τῶν δικαίων 50 καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 51 Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Συνήκατε ταῦτα πάντα; λέγουσιν αὐτῷ, Ναί Κύριε. 52
ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τοῦτο πᾶς γραμματεὺς μαθητευθεὶς εἰς τὴν
βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ ὅστις ἐκβάλλει ἐκ
τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά. 53 Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τὰς παραβολὰς ταύτας, μετῆρεν ἐκεῖθεν. 54
καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν,
ὥστε ἐκπλήττεσθαι αὐτοὺς καὶ λέγειν· Πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καὶ αἱ
δυνάμεις;
Ἀπολυτίκιον
Ὡς προσφορὰ καὶ ὁλοκάρπωμα θεῖον, διὰ πυρὸς προσενέχθεις τῷ Δεσπότῃ, τοὶς ὄμβροις τῶν χαρίτων σου εὐφραίνεις νῦν ἠμᾶς, πῦρ γὰρ τὸ οὐράνιον, τὴ ψυχὴ περιφερών, ὥσπερ αὔραν ἔφερες, τὴν κατάφλεξιν Μάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύση πάντοτε φρουρείν, τοὺς σὲ τιμώντας, Αἰμιλιανὲ ἔνδοξε.
Βιογραφία
Ο Άγιος Αιμιλιανός γεννήθηκε στο Δορόστολο της Θρακικής Μοισίας, τότε που αυτοκράτορας ήταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.
Ήταν
δούλος σε ένα σκληρό και φανατικό ειδωλολάτρη (άλλες πηγές αναφέρουν
ότι ήταν γιος τοπικού αξιωματικού ονόματι Σαββατιανού), που όταν έμαθε
ότι ο Αιμιλιανός πίστευε στο Χριστό, εξοργίστηκε τόσο πολύ, ώστε αφού
τον έβρισε με τα πιο χυδαία λόγια, έπειτα τον μαστίγωσε ανελέητα.
Βέβαια, του επεσήμανε ότι, αν συνεχίσει να είναι χριστιανός, θα πάθαινε
πολύ χειρότερα. Αλλά οι τιμωρίες και οι απειλές, αντί να κάμψουν το
φρόνημα του Αιμιλιανού, φούντωσαν περισσότερο τη φλόγα της πίστης του
στο Χριστό. Μάλιστα την επόμενη μέρα πήγε σε ειδωλολατρικό ναό, οπού με
σφυρί συνέτριψε όλα τα αγάλματα που ήταν μέσα στο χώρο αυτό.
Εξοργισμένοι οι ειδωλολάτρες ιερείς, τον συνέλαβαν και τον παρέδωσαν να
δικαστεί.
Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό ο κύριος του
Αιμιλιανού, αμέσως έτρεξε στο κριτήριο, όπου, αφού έβρισε τον Αιμιλιανό
για την πράξη του, έπειτα διέταξε να αρνηθεί χωρίς αντίρρηση το Χριστό. Ο
Αιμιλιανός χαμογελώντας απάντησε στον κύριο του: «Μπορείς να διατάξεις
ότι θέλεις, θα σε υπακούσω, αλλά η πίστη μου είναι εκτός των δικαιωμάτων
σου. Ως προς αυτήν ένα και μόνο Κύριο αναγνωρίζω, τον Ιησού Χριστό.
Αυτός είναι ο μέγας και παντοτινός μου Κύριος, που εξουσιάζει το σώμα
και την ψυχή μου, και ποτέ δε θα τον αρνηθώ». Ο ειδωλολάτρης άρχοντας με
μίσος χαστούκισε τον Αιμιλιανό. Έπειτα, αφού τον βασάνισαν, τον έριξαν
στη φωτιά, το δε λείψανο του Αγίου, κήδεψε μεγαλοπρεπώς η γυναίκα του
άρχοντα ειδωλολάτρη, που ήταν κρυπτοχριστιανή.
“Ἁγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν”
