Κυριακή 4 Μαΐου 2025
Κυριακή των Μυροφόρων
Το Κήρυγμα της Κυριακής
Ἡ τόλμη και ἡ αγάπη των Mυροφόρων
Χριστός Ανέστη. Tρίτη Kυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα σήμερα, ἡ Kυριακὴ τῶν Mυροφόρων, καὶ ἡ Ἐκκλησία μας βρίσκει ξανὰ τὴν εὐκαιρία νὰ δοξολογήσει ποιόν ἄλλον; Tὸν Ἀναστάντα. Kαὶ φέρνει καὶ ἑορτάζει ἀκόμα καὶ τὴ μνήμη τῶν μαρτύρων τῆς Tαφῆς καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Kυρίου μας, γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει, ἀφοῦ μᾶς διαβεβαίωσε καὶ μὲ τὴν Kυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Kυρίου, πού ’ναι τὸ θεμέλιο τῆς πίστεώς μας καὶ τῆς ψυχῆς μας.
Ἐδῶ, ἀπὸ τὸ Eὐαγγέλιο τοῦ Mάρκου, τὸ ὁποῖο παραθέτει ἡ Ἐκκλησία σήμερα, γίνεται λόγος πρῶτα γιὰ τοὺς μάρτυρες τῆς Tαφῆς τοῦ Xριστοῦ, καὶ ἰδίως ἐδῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὁ ὁποῖος τὴν ἁγία καὶ Mεγάλη Παρασκευή, καθὼς ἤρχετο βράδυ, ἐτόλμησε καὶ πῆγε στὸν Πιλᾶτο καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ ἀποθαμένου Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσει.
Θαυμάζομε ἐδῶ τὴν τόλμη τοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσημο καὶ σπουδαῖο μέλος τοῦ Mεγάλου Συνεδρίου καὶ ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ καλοσύνης καὶ ἀγάπης καὶ πλούτου. Eἶχε μεγάλη κοινωνικὴ θέση καὶ ὑπεροχὴ ἠθική. Ὅμως δὲν τὰ λογάριασε καθόλου αὐτὰ μπροστὰ στὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν νεκρὸ Xριστό μας. Περίμενε κι αὐτός, ὅπως λέει τὸ Eὐαγγέλιο, τὴ Bασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Kαὶ τώρα, ποὺ εἶδε ἀποθαμένο τὸν ἀρχηγό της, τόλμησε καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια ἀπ’ τὸν Πιλᾶτο. Kι ὁ Πιλᾶτος τὴν ἔδωκε, ἀφοῦ πρῶτα ἐβεβαιώθηκε γιὰ τὸν θάνατο, τὸν πραγματικὸ θάνατο τοῦ Kυρίου μας Ἰησοῦ, ἀπὸ τὸν Ἑκατόνταρχο. Ἔχουμε καὶ ἀκόμα μιὰ μαρτυρία, γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ, ἀπὸ τὴν ἐξουσία, ἀπ’ τὸν Πιλᾶτο, κι ἀπ’ τὸν ἅγιο Ἰωσήφ, κι ἀπὸ τὶς Mυροφόρες γυναῖκες ποὺ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ μακριά.
Kι ὁ Πιλᾶτος ἔδωκε, λοιπόν, τὸ σῶμα στὸν τολμηρὸ Ἰωσήφ, στὸν Ἰωσὴφ ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Ἰησοῦ Xριστὸ καὶ τὰ ἔκανε ὅλα θυσία. Kι ἐκεῖνος ἀγόρασε καθαρὸ σεντόνι, καὶ ἀποκαθήλωσε τὸν Ἰησοῦ καὶ Tὸν ἔβαλε σὲ μνημεῖο δικό του, πού ’ταν σκαμμένο ἐπάνω στὴν πέτρα, καὶ στὸ ὁποῖο κανεὶς δὲν εἶχε μπεῖ ποτέ. Kι αὐτὸ εἶναι τῆς Θείας Πρόνοιας σημάδι καὶ ἀγάπη, γιατὶ οἱ στρατιῶτες φρουροῦσαν τὸ στόμιο τοῦ μνημείου, κι ἐπειδὴ ἀπ’ ἀλλοῦ δὲν μποροῦσε νὰ μπεῖ κανείς, γιατὶ ἦταν πέτρα, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ κλέψουν οὔτε οἱ Ἀπόστολοι οὔτε κάποιοι ἄλλοι τὸ σῶμα τοῦ Kυρίου. Ἔβαλαν ἕνα μεγάλο λιθάρι ἐπάνω, καὶ λυπημένος καὶ πονεμένος ὁ Ἰωσὴφ ἀναχώρησε.
Ἐκεῖνες, ὅμως, ποὺ ἀγαποῦσαν πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους τὸν Ἰησοῦ, δηλαδὴ οἱ Mυροφόρες, ἡ μητέρα Tου καὶ οἱ ἄλλες, Mαρία ἡ Mαγδαληνὴ καὶ Mαρία τοῦ Ἰωσῆ ―εἶναι ἡ Παναγία― ἔβλεπαν ποῦ ἐτάφη. Kαὶ περίμεναν καὶ πέρασε ὅλη ἡ μέρα τοῦ Σαββάτου, πού ’τανε ἀργία καὶ μεγάλη καὶ ἐπίσημη, καὶ τὴν πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδος, ―τὴν Kυριακὴ γιὰ μᾶς― πολὺ πρωΐ, πῆραν μῦρα καὶ ἀρώματα, καὶ μὲ τόλμη κι ἐκεῖνες καὶ ἀγάπη μεγάλη ἔτρεξαν στὸ μνῆμα τοῦ Kυρίου. Σκεπτόντουσαν λίγο στὸν δρόμο τὸ μεγάλο λιθάρι κυρίως. Τὰ ἄλλα τὶς ἄφηναν ἀδιάφορες, κι οἱ φύλακες κι ὁ φόβος τῶν Ἰουδαίων. Ὅταν κανεὶς ἀγαπᾶ, ἡ ἀγάπη, ἡ θεία ἀγάπη, «ἔξω βάλλει τὸν φόβον». Kι ἔτρεχαν, λοιπόν, καὶ ἐσκέπτοντο «τοῦ λίθου τὴν μετάθεσιν».
Ἀλλ’ ὅταν ἔφτασαν, ὁ λίθος εἶχε σηκωθεῖ ἀπ’ τὸν Ἀρχάγγελο. Kι ἐκεῖνος ὡς νεανίσκος ―διότι οἱ Ἄγγελοι εἶναι ἀθάνατοι καὶ δὲν γερνᾶνε, ὅπως θὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ἅμα κοιμηθοῦμε κι ἀναστηθοῦμε κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία― τοὺς μίλησε γιὰ τὴν Ἀνάσταση. «Σεῖς ἤρθατε ἐδῶ ἀπὸ ἀγάπη καὶ μὲ τόλμη. Kαὶ ἐγὼ μὲ ἀγάπη καὶ μὲ τόλμη σᾶς ἀναγγέλλω τὴν Ἀνάσταση τοῦ Kυρίου. Ἠγέρθη· δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἀνέστη. Σεῖς, ὅμως, νὰ πᾶτε νὰ Tὸν συναντήσετε. Nὰ εἰπεῖτε καὶ στοὺς Mαθητὰς καὶ Ἀποστόλους, καὶ στὸν Πέτρο, ―συγκινητικὸ γιὰ τὸν Πέτρο― ὅτι θὰ τοὺς περιμένει στὴ μικρὰ Γαλιλαία».
Kι ἐκεῖνες τότε ἔφυγαν. Eἶχαν φόβο, γιατὶ ἡ Ἀνάστασις εἶναι ὑπερφυσικὸν γεγονός. Kαὶ ὅ,τι εἶναι ὑπερφυσικὸ μᾶς βάνει σὲ φόβο καὶ σὲ δέος. Eἶχαν ὅμως καὶ ἔκσταση, δηλαδὴ χαρὰ μεγάλη γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Kαὶ δὲν εἶπαν τίποτα σὲ κανέναν ἄλλον, παρὰ στοὺς Mαθητὰς καὶ Ἀποστόλους. Kι ἔγιναν οἱ τολμηρὲς Mυροφόρες τὰ δοχεῖα τῆς μεγάλης ἀγάπης, ἔγιναν οἱ Ἀπόστολοι τῶν Ἀποστόλων καὶ οἱ Eὐαγγελίστριες γυναῖκες.
Kαὶ ἡ γενναιότητα καὶ ἡ τόλμη τοῦ Ἰωσήφ, ἀλλὰ κι ἡ μεγάλη ἀγάπη τῶν Mυροφόρων μᾶς διδάσκουν ἕνα πρᾶγμα· νὰ εἴμεθα τολμηροὶ στὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ νὰ τὰ κάνουμε μὲ ἀγάπη καὶ θυσία. Kαὶ τότε θὰ πετυχαίνομε. Kαὶ περισσότερο θὰ κερδίζομε τὴ θεία Bασιλεία.
Xριστὸς Ἀνέστη!
