Εὐαγγέλιον
10 οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. 11 πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι. 12 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι, 13 καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ. 14 ἐάν τι αἰτήσητέ με ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω. 15 Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε, 16 καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένει μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, 17 τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτὸ· ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ’ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται. 18 Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς. 19 ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτέ με, ὅτι ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε. 20 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν. 21 ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν.
Ἀπολυτίκιον
Θεῷ ἀναθεμένος, τὴν σὴν ζωὴν ἐκ παιδός, ποιμὴν ἀνηγόρευσαι, καὶ Ἱεράρχης σεπτός, Χριστοῦ ἱερώτατε· ὅθεν τὴν τοῦ Δεσπότου, ὡς τιμήσας Εἰκόνα, θλίψεις ἐν ἐξορίαις, Μιχαὴλ καθυπέστης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις ἡμῖν, ῥεῖθρα ἰάσεων.
Βιογραφία
Ο Όσιος Μιχαήλ,
έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμένιου και καταγόταν από
πλούσια και αρχοντική οικογένεια, από τα Σύναδα της Φρυγίας. Σπούδασε με
ζήλο τα ιερά γράμματα και στη συνέχεια έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για
να συνεχίσει τις σπουδές του.
Εκεί συνδέθηκε με ένα φημισμένο πνευματικό άνθρωπο το Θεοφύλακτο (βλέπε 8 Μαρτίου),
και αποφάσισαν να αφοσιωθούν στην άσκηση της σάρκας και τη μελέτη των
Θείων Γραφών. Αποσύρθηκαν σε κάποιο μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο το
οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος φωτισθείς από το Άγιο
Πνεύμα, τους υποδέχθηκε εγκάρδια και πολύ γρήγορα τους χειροτόνησε
πρεσβυτέρους.
Στη συνέχεια, ο μεν Θεοφύλακτος εξελέγη επίσκοπος Νικομήδειας, ο δε Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων.
Από
τη θέση του Επισκόπου ο Μιχαήλ έλαμψε πνευματικά. Δυναμικός μαχητής της
πίστης, δίδασκε καθημερινά το λόγο του Θεού, κήρυττε, νουθετούσε και
βοηθούσε δυναμικά τους πτωχούς, τους πάσχοντες και τους αδυνάτους.
Διακρίθηκε επίσης για την προσήλωσή του στα ορθόδοξα δόγματα και την
σφοδρή καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών.
Όταν ο
αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος, κήρυξε διωγμό εναντίον όσων υπερασπιζόταν
τις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα αντιτάχθηκε στη προκλητική
αυτή ενέργεια του αυτοκράτορα. Εξοργισμένος ο Λέων έδωσε εντολή να
φυλακισθεί σε ένα φρούριο, το οποίο ονομαζόταν Ευδοκιάς.
Ο Όσιος
όμως συνέχιζε να διακηρύσσει την αλήθεια με αντίτιμο συνεχείς εξορίες
κακουχίες και στερήσεις για να καταλήξει σε κάποια ανθυγιεινή περιοχή
όπου από τις ταλαιπωρίες παρέδωσε την αγία ψυχή του ως καλός στρατιώτης
Ιησού Χριστού.
Την κάρα του Αγίου Μιχαήλ αποθησαυρίζει η Ιερά
Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, που της παραχωρήθηκε με χρυσόβουλο
από τους βασιλείς Βασίλειο και Κωνσταντίνο.
