10
εὐφράνθητι, ῾Ιερουσαλήμ, καὶ πανηγυρίσατε ἐν αὐτῇ, πάντες οἱ ἀγαπῶντες
αὐτήν, χάρητε ἅμα αὐτῇ χαρᾷ, πάντες ὅσοι πενθεῖτε ἐπ᾿ αὐτῇ, 11 ἵνα θηλάσητε καὶ ἐμπλησθῆτε ἀπὸ μαστοῦ παρακλήσεως αὐτῆς, ἵνα ἐκθηλάσαντες τρυφήσητε ἀπὸ εἰσόδου δόξης αὐτῆς. 12
ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐκκλίνω εἰς αὐτοὺς ὡς ποταμὸς εἰρήνης
καὶ ὡς χειμάρρους ἐπικλύζων δόξαν ἐθνῶν· τὰ παιδία αὐτῶν ἐπ᾿ ὤμων
ἀρθήσονται καὶ ἐπὶ γονάτων παρακληθήσονται. 13 ὡς εἴ τινα μήτηρ παρακαλέσει, οὕτως κἀγὼ παρακαλέσω ὑμᾶς, καὶ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ παρακληθήσεσθε. 14
καὶ ὄψεσθε, καὶ χαρήσεται ἡ καρδία ὑμῶν, καὶ τὰ ὀστᾶ ὑμῶν ὡς βοτάνη
ἀνατελεῖ· καὶ γνωσθήσεται ἡ χεὶρ Κυρίου τοῖς φοβουμένοις αὐτόν, καὶ
ἀπειλήσει τοῖς ἀπειθοῦσιν. - 15 ᾿Ιδοὺ γὰρ
Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ
ἐκδίκησιν αὐτοῦ καὶ ἀποσκορακισμὸν αὐτοῦ ἐν φλογὶ πυρός. 16 ἐν γὰρ τῷ πυρὶ Κυρίου κριθήσεται πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἐν τῇ ρομφαίᾳ αὐτοῦ πᾶσα σάρξ· πολλοὶ τραυματίαι ἔσονται ὑπὸ Κυρίου. 17
οἱ ἁγνιζόμενοι καὶ καθαριζόμενοι εἰς τοὺς κήπους καὶ ἐν τοῖς προθύροις
ἔσθοντες κρέας ὕειον καὶ τὰ βδελύγματα καὶ τὸν μῦν ἐπὶ τὸ αὐτὸ
ἀναλωθήσονται, εἶπε Κύριος, 18 κἀγὼ τὰ ἔργα
αὐτῶν καὶ τὸν λογισμὸν αὐτῶν ἐπίσταμαι. ἔρχομαι συναγαγεῖν πάντα τὰ ἔθνη
καὶ τὰς γλώσσας, καὶ ἥξουσι καὶ ὄψονται τὴν δόξαν μου. 19
καὶ καταλείψω ἐπ᾿ αὐτῶν σημεῖα καὶ ἐξαποστελῶ ἐξ αὐτῶν σεσωσμένους εἰς
τὰ ἔθνη, εἰς Θαρσὶς καὶ Φοὺδ καὶ Λοὺδ καὶ Μοσὸχ καὶ εἰς Θοβὲλ καὶ εἰς
τὴν ῾Ελλάδα καὶ εἰς τὰς νήσους τὰς πόρρω, οἳ οὐκ ἀκηκόασί μου τὸ ὄνομα
οὐδὲ ἑωράκασί μου τὴν δόξαν, καὶ ἀναγγελοῦσι τὴν δόξαν μου ἐν τοῖς
ἔθνεσι. 20 καὶ ἄξουσιν τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν ἐκ
πάντων τῶν ἐθνῶν δῶρον Κυρίῳ μεθ᾿ ἵππων καὶ ἁρμάτων ἐν λαμπήναις
ἡμιόνων μετὰ σκιαδίων εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν ῾Ιερουσαλήμ, εἶπε Κύριος, ὡς
ἂν ἐνέγκαισαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ τὰς θυσίας αὐτῶν ἐμοὶ μετὰ ψαλμῶν εἰς τὸν
οἶκον Κυρίου. 21 καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν λήψομαι ἐμοὶ ἱερεῖς καὶ Λευίτας, εἶπε Κύριος. 22
ὃν τρόπον γὰρ ὁ οὐρανὸς καινὸς καὶ ἡ γῆ καινή, ἃ ἐγὼ ποιῶ, μένει
ἐνώπιον ἐμοῦ, λέγει Κύριος, οὕτω στήσεται τὸ σπέρμα ὑμῶν καὶ τὸ ὄνομα
ὑμῶν. 23 καὶ ἔσται μῆνα ἐκ μηνὸς καὶ σάββατον ἐκ σαββάτου ἥξει πᾶσα σάρξ τοῦ προσκυνῆσαι ἐνώπιον ἐμοῦ ἐν ῾Ιερουσαλήμ, εἶπε Κύριος. 24
καὶ ἐξελεύσονται καὶ ὄψονται τὰ κῶλα τῶν ἀνθρώπων τῶν παραβεβηκότων ἐν
ἐμοί· ὁ γὰρ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτήσει, καὶ τὸ πῦρ αὐτῶν οὐ σβεσθήσεται,
καὶ ἔσονται εἰς ὅρασιν πάσῃ σαρκί.
Απολυτίκιον
Μυροβλύτην τὸν θεῖον καὶ μαρτύρων τὸν σύναθλον, τὸν πανευκλεῆ ἱεράρχην καὶ Περγάμου τὸν πρόεδρον, τιμήσωμεν Ἀντίπαν οἱ πιστοί, ὡς τάχιστον καὶ μέγαν ἱατρόν, τῆς δεινῆς ὀδόντων νόσου, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ ψυχῆς βοήσωμεν· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Βιογραφία
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Αντίπας έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα
Διομιτιανού (81 - 96 μ.Χ.). Ήταν σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων, οι
οποίοι και τον χειροτόνησαν Επίσκοπο της Εκκλησίας της Περγάμου, όταν ο
Θεολόγος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν εξόριστος στην Πάτμο. Στην
Αποκάλυψη ο Άγιος Αντίπας αποκαλείται από τον Απόστολο Ιωάννη πιστός
ιερέας και μάρτυρας (Αποκάλυψη Ιωάννου, β' 13).
Ως αρχιερέας της
Εκκλησίας της Περγάμου, ποίμανε το λογικό του ποίμνιο με κάθε ευσέβεια
και αρετή. Όντας Επίσκοπος Περγάμου και ενώ ήταν πολύ γέρος, συνελήφθη
από τους ειδωλολάτρες, όταν οι δαίμονες παρουσιάσθηκαν σε αυτούς και
τους είπαν ότι δεν μπορούν να κατοικούν στον τόπο εκείνο εξαιτίας του
Αντίπα. Γι' αυτό οδηγήθηκε στον ηγεμόνα και εξαναγκάστηκε με βία να
αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος (ο ηγεμόνας)
κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό,
λέγοντάς του ότι τα παλαιότερα είναι πολυτιμότερα, ενώ εκείνα που
εμφανίζονται πρόσφατα δεν έχουν καμία αξία. Του είπε δηλαδή ότι η
θρησκεία των εθνικών, η ειδωλολατρία, είναι παλαιά, αυξήθηκε διά μέσου
των αιώνων και έχει πολλούς οπαδούς, γι' αυτό και είναι πολύ
σπουδαιότερη από την πίστη των Χριστιανών, που εμφανίσθηκε τελευταία και
έχει πολύ λίγους πιστούς. Στο επιχείρημα αυτό του ηγεμόνος ο Άγιος
απάντησε με την ιστορία του Κάιν. Είπε δηλαδή σε αυτόν, ότι η
αδελφοκτονία του Κάιν, αν και αυτός είναι πολύ αρχαιότερος, προκάλεσε
και προκαλεί τον αποτροπιασμό σε άπειρα πλήθη ανθρώπων και ουδείς
ευσεβής άνθρωπος τη ζηλεύει. Ο ηγεμόνας εξοργίσθηκε πάρα πολύ από την
απάντηση του Αντίπα και τότε έδωσε εντολή να τον ρίξουν σε ένα πυρωμένο
χάλκινο ομοίωμα βοδιού, όπου τελειώθηκε ο βίος του, το έτος 92 μ.Χ.
Το
ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στην Εκκλησία της Περγάμου και αναβλύζει
αενάως μύρο και ιάσεις, η δε Σύναξή του ετελείτο στο πάνσεπτο Αποστολείο
του Αγίου και πανευφήμου Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στην
Μεγάλη Εκκλησία.
Ναός του Αγίου Αντίπα υπήρχε κατά τον 9ο αιώνα
μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έτερος, επίσης, κείμενος μεταξύ των
χωρίων Αγίου Στεφάνου και Ρηγίου (Κιουτσούκ - Τσεκμετζέ).
Την ευχή του να έχουμε.
