Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025
Κυριακή ΙΖ´ Λουκά
Του Ασώτου
Το Κήρυγμα της Κυριακής
Ἡ καλοσύνη τοῦ Χριστοῦ συγκινεῖ
τὶς ψυχές μας καὶ μᾶς φέρνει κοντά του
Δεκάτη ἑβδόμη Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ σήμερα, ἀγαπητοί, ἢ Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου. Μπήκαμε, σιγά–σιγά, στὸ Τριώδιο. Μᾶς παίρνει ἀπ’ τὸ χεράκι ὁ Χριστός μας, γιὰ νὰ μᾶς φέρει στὰ Ἅγια Πάθη καὶ στὴ Θεία Του Ἀνάσταση. Καὶ μᾶς μιλάει ἁπαλά, μέσα ἀπ’ τὸ Εὐαγγέλιο, μὲ Παραβολές, μὲ τρόπο ποὺ νὰ τὸ δέχεται ἡ ψυχή μας καὶ νὰ τὸ καταλαβαίνει.
Σήμερα μᾶς εἶπε τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, πού ’ναι ἡ καρδιὰ τῶν Παραβολῶν. Ἂν ἔλειπε ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὑπῆρχε μόνο αὐτὴ ἡ Παραβολή, ἔφτανε νὰ δείξει τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος μᾶς θέλει κοντά του ἐλεύθερα, μὲ λογισμὸ καὶ μ’ ὄνειρο νὰ μένουμε πλησίον Του. Ἔχουμε ἐλευθερία, ἔχουμε αὐτεξούσιο, καὶ κάνουμε χρήση ἢ κατάχρηση. Ὁ Ἄσωτος ἔκανε κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας του, ἄφησε τὸν Θεὸ κι ἔφυγε, γιατὶ πίστευε πὼς μακριὰ ἀπὸ Ἐκεῖνον ―ὅπως τὸ κάνουμε καὶ πολλοὶ σήμερα― θά ’ναι καλύτερα. Διαπίστωσε, ὅμως, ἀπ’ τὴ σκληρὴ πραγματικότητα κι ἀπὸ τὸ ἄδειασμα τῆς ψυχῆς του, πὼς ὄχι μόνο δὲν ἦταν καλύτερα, ἀλλὰ πολὺ χειρότερα. Ἦταν, ὅμως, εἰλικρινὴς καὶ γύρισε πίσω, μετανοιωμένος, συντετριμμένος.
Κι ὁ πατέρας του, ὁ Θεός μας, τὸν περίμενε, ὅπως περιμένει ὅλους μας ὁ Θεός. Εἶναι τόσο τρυφερός, τόσο στοργικός, τόσο καλοσυνᾶτος ἀπέναντί μας, καὶ μὲ μεγάλη ὑπομονή. Ὅποιος ἀγαπᾶ, κάνει ὑπομονή. Κι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ καὶ μᾶς περιμένει. Κι ὅταν εἶδε νὰ γυρίζει ὁ γιός Tου, ἔτρεξε. Τὸν εἶδε ἀπὸ μακριὰ κι ἔτρεξε. Ἔτρεξε κοντά του, τὸν πῆρε ἀγκαλιά, τὸν κατασπάστηκε, καταχάρηκε ὁ Θεός μας. Τόσο μᾶς ἀγαπᾶ. Κι ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ ἐξομολογεῖται, καὶ νὰ λέει…. Κι ὁ Θεὸς τὸν ἔκοψε στὴ μέση, τὸν ἔμπασε στὸ σπίτι του, τὸν ἔντυσε. Κι ἄρχισε τὸ τραγούδι τῆς ἀγάπης καὶ τῆς Θείας εὐχαριστίας.
Εἶχε, ὅμως, κι ἄλλο γιό, ἄλλη κατάσταση ἀνθρώπων, ―ὅπως ἦσαν οἱ Ἰουδαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ― ὁ ὁποῖος δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ κοντά του, ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἦταν μαζί του, γιατὶ δὲν ἀγαποῦσε. Εἶχε κάνει κέντρο τῶν πάντων τὸν ἑαυτό του, ὅπως πολλοὶ κι ἀπὸ μᾶς σήμερα καὶ γι’ αὐτὸ ὑποφέρουμε. Καὶ γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος, ὁ μεγάλος γιός, δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Κι ἄρχισε, λοιπόν, τὴν κλαψοφαγούρα. Πόσο κακὸ εἶναι ἡ κλαψοφαγούρα καὶ πόσο κακὸ κάνει! Καὶ δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβει τὴν εὐσπλαχνία τοῦ πατέρα του, παρότι ἦταν συνεχῶς κοντά του.
Καὶ σήμερα, ποὺ εἴμεθα καὶ μεῖς σ’ αὐτὴ τὴν πλάση τὴ δύσκολη, μοιάζομε ἢ μὲ τὸν Ἄσωτο γιό, ποὺ κάνομε τὸ πείραμα τῆς αὐτοθέωσης, ἀλλὰ γυρίζομε πίσω, ἢ μοιάζομε μὲ τὸν μεγαλύτερο γιό, ποὺ λέμε πὼς ἀγαπᾶμε, καὶ δὲν καταλάβαμε ποτὲ τὴν ἀγάπη.
Ἂς μᾶς φωτίσει ἡ εὐσπλαχνία Του καὶ νὰ μετανοήσομε, καὶ νὰ καταλάβομε τὴν ἀγάπη Του, καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ μένομε πάντοτε κοντά του.
